| Στη
μακραίωνα ιστορία της νήσου , η περιοχή του Αγίου Τύχωνα
βρισκόταν πάντα στο επίκεντρο των γεγονότων, που απέβησαν
καθοριστικά για την μετέπειτα πορεία του τόπου.
Γι’ αυτό άλλωστε και τα απομεινάρια
κάθε εποχής από την αρχαιοελληνική μέχρι τη Βυζαντινή
και τη Μεσαιωνική εποχή, είναι κάτι περισσότερο από
εμφανή.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η πόλη-βασίλειο
της Αμαθούντας στο παραλιακό μέτωπο του Αγίου Τύχωνα.
Πήρε το όνομά της από την Αμαθούσα, μητέρα του βασιλιά
Κινύρα της Πάφου.
Σύμφωνα με το μύθο, την Αμαθούντα ίδρυσε ένας από τους
γιους του Ηρακλή. Άλλος μύθος μιλά για την όμορφη Αριάδνη,
κόρη του βασιλιά της Κρήτης Μίνωα, η οποία αφού βοήθησε
το Θησέα να σκοτώσει το Μινώταυρο, έφυγε από το Λαβύρινθο
ακολουθώντας το Θησέα στην περιοχή της Αμαθούντας όπου
την παντρεύτηκε.
Στη
συνέχεια ο Θησέας σύμφωνα πάντα με το μύθο την εγκατέλειψε
και αυτή γέννησε τους δίδυμους γιους, Στάφυλο και Οινοποίωνα,
πεθαίνοντας στη γέννα της. Οι δύο γιοι της δημιούργησαν
τον πρώτο αμπελώνα στην περιοχή, με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί
στην περιοχή η αμπελοκαλλιέργεια και η παραγωγή κρασιού.
Τα αρχαιολογικά ευρήματα πάντως, μαρτυρούν
ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή για τρεις και πλέον
χιλιάδες χρόνια.
Η Αμαθούντα κτισμένη στους παράλιους λόφους, με καταπληκτική
θέα τη θάλασσα, αναπτύχθηκε και κατέστη ένα από τα πιο
πλούσια βασίλεια της Κύπρου.
Το λιμάνι της Αμαθούντας κτίστηκε στα προ-φοινικικά
χρόνια , περί το οκτακόσια προ Χριστού και ανέπτυξε
έντονη εμπορική δραστηριότητα με τους λαούς της περιοχής.
Στην κορυφή του λόφου κτίστηκε τον πρώτο αιώνα προ Χριστού,
ναός αφιερωμένος στη θεά Αφροδίτη, όπου γίνονταν ετησίως
οι Αδώνιοι αθλητικοί αγώνες, που περιελάμβαναν και κυνήγι
αγριόχοιρου
Στους
ρωμαϊκούς χρόνους έγινε πρωτεύουσα, της μιας εκ των
τεσσάρων διοικητικών περιφερειών της Κύπρου, ενώ τον
τέταρτο αιώνα μετά Χριστό, έγινε και επισκοπική έδρα
συνεχίζοντας την ευημερία της μέχρι τη Βυζαντινή περίοδο.
Περί τα τέλη του έκτου αιώνα μ.Χ γεννήθηκε
εδώ ο Ιωάννης ο Ελεήμονας, προστάτης Άγιος του γνωστού
Τάγματος του Αγίου Ιωάννη.
Τα πράγματα όμως άλλαξαν, μέχρι την παρουσία στο νησί
του μεγάλου βασιλέα των Σταυροφοριών Ριχάρδου Λεοντόκαρδου
το 1191.
Η Αμαθούντα βρισκόταν σε προχωρημένο
στάδιο παρακμής, τα πλούτη της λεηλατούνταν και οι πέτρες
από τα σπάνιας αρχιτεκτονικής κτίριά της μεταφέρονταν
για ανέγερση νέων οικισμών στη Λεμεσό.
Το 1869 πέτρες από την περιοχή χρησιμοποιήθηκαν ακόμη
και για την κατασκευή του φράγματος του Σουέζ.
Οι ανασκαφές στην περιοχή άρχισαν το 1980 και συνεχίζονται
από ομάδες Κυπρίων και Γάλλων αρχαιολόγων.
Η Ακρόπολη, ο Ναός της Αφροδίτης,
η Αγορά, τα Τείχη της πόλης, η Βασιλική και το Λιμάνι,
είναι τα έργα που έχουν ολοκληρώσει οι ανασκαφές.
Στην παραθαλάσσια πλευρά της αρχαίας πόλης υπάρχουν
ενδείξεις μιας Πρωτο-Χριστιανικής Βασιλικής, ενώ στην
κορυφή του λόφου ανακαλύφθηκαν και οικοδομήματα της
Ελληνιστικής περιόδου.
Στις δύο Ακροπόλεις, έχουν επίσης
ανακαλυφθεί πολλοί τάφοι, από τους οποίους οι περισσότεροι
άθικτοι.
Τα αρχαιολογικά ευρήματα της αρχαίας
Αμαθούντας βρίσκονται στα Μουσεία της Λευκωσίας και
της Λεμεσού, αλλά και στο Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας
Υόρκης.
Ένας από τους πολυτιμότερους και σίγουρα
ο μεγαλύτερος θησαυρός που ανακαλύφθηκε στην περιοχή
της αρχαίας Αμαθούντας, είναι το τεράστιας ιστορικής
αξίας πιθάρι από ασβεστόλιθο, που ευρίσκεται δυστυχώς
στο Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι.
Η
ιστορία του πιθαριού χρονολογείται τον 6ον αιώνα π.Χ.
Έχει 1,85 μέτρα ύψος και περιφέρεια 2,2 μέτρα, ζυγίζει
δε 1,4 τόνους.
Κατασκευάστηκε από μια και μόνο μεγάλη πέτρα και έχει
τέσσερα καμπύλα χερούλια διακοσμημένα με το κεφάλι ταύρου.
Πιστεύεται ότι είναι ένα εκ των δύο
πιθαριών που ήταν τοποθετημένα στην είσοδο του ναού.
Ακόμη και σήμερα είναι ορατά κομμάτια από το δεύτερο
πιθάρι. Θεωρείται ότι το πιθάρι τόσο από πλευράς μεγέθους
όσο και κατασκευής είναι μοναδικό στον κόσμο.
Το 1962 ο Μαρκήσιος De Vogue, ένας διακεκριμένος γάλλος
ακαδημαϊκός απόκτησε το πιθάρι και το 1965 με ενέργειές
του το Γαλλικό ναυτικό ανέλαβε να το μεταφέρει στο Μουσείο
του Λούβρου, όπου βρίσκεται μέχρι τώρα.
Η μεγαλύτερη επιθυμία των κατοίκων
του Αγίου Τύχωνα είναι να επιστραφεί το πιθάρι πίσω
στο χώρο όπου ανήκει.
|